ἑρπύζω

ἑρπύζω, [tense] impf.
A

εἵρπυζον Q.S.13.93

: [tense] pres. only in Hom.: [tense] aor. 1 ἑρπύσαι in [dialect] Att. (v. ἕρπω):—creep, crawl, in Hom. always of persons weighed down by age or deep distress,

ἑρπύζοντ' ἀνὰ γουνόν Od.1.193

;

ἑρπύζων παρὰ θῖνα 13.220

, cf. Il.23.225, A.R.4.1289 ; of quadrupeds and children, Nic.Al.542 ;

χρόνος ἑρπύζων AP6.19

(Jul.); of ivy, ib.7.22 (Simm. Theb.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπύζω — creep pres subj act 1st sg ἑρπύζω creep pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερπύζω — (AM ἑρπύζω) [έρπω] έρπω* μσν. σκύβω το κεφάλι, ταπεινώνομαι, φέρομαι χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς αρχ. 1. (για ανθρώπους υπερβολικά θλιμμένους ή μεγάλης ηλικίας ή για παιδιά ή για τετράποδα) βαδίζω σέρνοντας τα πόδια, σέρνομαι… …   Dictionary of Greek

  • ἑρπύζει — ἑρπύζω creep pres ind mp 2nd sg ἑρπύζω creep pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντα — ἑρπύζω creep pres part act neut nom/voc/acc pl ἑρπύζω creep pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζουσι — ἑρπύζω creep pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑρπύζω creep pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζειν — ἑρπύζω creep pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοις — ἑρπύζω creep pres opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντες — ἑρπύζω creep pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζοντος — ἑρπύζω creep pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζουσα — ἑρπύζω creep pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύζων — ἑρπύζω creep pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.